.έντα

ἕντα , ἵημι
Ja-c-io
aor part act masc acc sg
ἕντα , ἵημι
Ja-c-io
aor part act neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔντα — ἔντᾱ , ἔντεα fighting gear neut nom/voc/acc pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιθιοπία — Κράτος της ανατολικής Αφρικής.Συνορεύει στα Β και στα Δ με το Σουδάν, στα Ν με την Κένυα, στα ΝΑ με τη Σομαλία και στα ΒΑ με το Τζιμπουτί και την Ερυθραία.Μετά την απόσπαση της Ερυθραίας (1993), η Α. (αιθιοπ. Γιατγιόπια Μανγκουίστ) δεν έχει πλέον …   Dictionary of Greek

  • αἰγλάεντα — αἰγλά̱εντα , αἰγλήεις dazzling neut nom/voc/acc pl (epic doric) αἰγλά̱εντα , αἰγλήεις dazzling masc acc sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐδάεντα — αὐδά̱εντα , αὐδήεις speaking with human voice neut nom/voc/acc pl (doric) αὐδά̱εντα , αὐδήεις speaking with human voice masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δινάεντα — δῑνά̱εντα , δινήεις whirling neut nom/voc/acc pl (doric) δῑνά̱εντα , δινήεις whirling masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαχνάεντ' — λαχνά̱εντα , λαχνήεις woolly neut nom/voc/acc pl (doric) λαχνά̱εντα , λαχνήεις woolly masc acc sg (doric) λαχνά̱εντι , λαχνήεις woolly masc/neut dat sg (doric) λαχνά̱εντε , λαχνήεις woolly masc/neut nom/voc/acc dual (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαχνάεντα — λαχνά̱εντα , λαχνήεις woolly neut nom/voc/acc pl (doric) λαχνά̱εντα , λαχνήεις woolly masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νικάεντα — νῑκά̱εντα , νικήεις conquering neut nom/voc/acc pl (doric) νῑκά̱εντα , νικήεις conquering masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πευκάενθ' — πευκά̱εντα , πευκήεις pine covered neut nom/voc/acc pl (doric) πευκά̱εντα , πευκήεις pine covered masc acc sg (doric) πευκά̱εντι , πευκήεις pine covered masc/neut dat sg (doric) πευκά̱εντε , πευκήεις pine covered masc/neut nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιάεντα — ποιά̱εντα , ποιήεις grassy neut nom/voc/acc pl (doric) ποιά̱εντα , ποιήεις grassy masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.